BeeΜπες στην παρέα μας. Γίνε και εσύ Kazamίας!

Bullet Γράψτε τα δικά σας άρθρα στο blog
Bullet Κάντε νέους φίλους & ανταλλάξτε μηνύματα & κάντε video chat
Bullet Μοιραστείτε τις ιδέες σας στα forums κ.α.

Register

Είσαι ήδη μέλος;

Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Τεμπελιά

Δεν έχω κέφι γιά δουλειά,
πάλι με δέρνει τεμπελιά
και κάθομαι στο στρώμα...
Βρίσκω το σώμα μου βαρύ
και όλη η γη δε με χωρεί
κι ο ουρανός ακόμα.

Κακό νομίζω το καλό
και βλέπω μία στα χαμηλά
και μία κοιτώ επάνω...
Σ΄ αυτό τον κόσμο τον χαζό
ας ημπορούσα να μη ζω
μα ...δίχως να πεθάνω.

Γεια σας!!! Ψάχνω κυρίως σε

Γεια σας!!!

Ψάχνω κυρίως σε ηλεκτρονική μορφή ένα ποίημα του Σουρή που έχει τίτλο

Ρωμηού Φωτογραφία σε Σουρή τεχνοτροπία...

 

Μπορείτε να με βοηθήσετε?

Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Καλησπέρα σε όλους.
Γνωρίζει κάποιος το που θα μπορούσα να βρω όλους τους στίχους της λεγομένης σκατολογίας του Σουρή (μυρωμένοι στίχοι) ?
Σας ευχαριστώ.

μυρωμένοι στίχοι

ΜΥΡΩΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τίποτε δεν απόμεινε στον κόσμο πια για μένα,
όλα βρωμούν τριγύρω μου και φαίνονται χεσμένα.
Όλα σκατά γενήκανε και ο δικός μου κώλος
σκατά εγίνηκε κι αυτός, σκατά ο κόσμος όλος.

Μόνο σκατά φυτρώνουνε στον τόπο αυτό τον άγονο
κι όλοι χεσμένοι είμαστε, σκατάδες στο τετράγωνο.
Μας έρχεται κάθε σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
μα μόλις φύγει βλέπομε πως αποσκατωθήκαμε.

Σκατά βρωμάει τούτος δω, σκατά βρωμά κι εκείνος,
σκατά βρωμάει το σκατό, σκατά βρωμά κι ο κρίνος.
Σκατά κι εγώ, μες στα σκατά, και με χαρτί χεσμένο
ό,τι κι αν γράψω σαν σκατό προβάλλει σκατωμένο.

Σκατά τα πάντα θεωρώ και χωρίς πια να απορώ,
σκατά μασώ, σκατά ρουφώ, σκατά πάω να χέσω,
απ΄τσ σκατά θα σηκωθώ και στα σκατά θα πέσω.

Όταν πεθάνω χέστε με, τα κόλλυβά μου φάτε
Και πάλι ξαναχέστε με και πάλι ξαναφάτε,
μα απ’ τα γέλια τα πολλά κοντεύω ν’ αρρωστήσω
και δεν μπορώ να κρατηθώ, μου φεύγουν από πίσω.

Σκατά ο μεν, σκατά ο δε, σκατά ο κόσμος όλος
κι απ’ το πολύ το χέσιμο μου πόνεσε ο κώλος!

καλημέρα!!!!!

Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Βιογραφικό

Γεννήθηκε τη 1η Φλεβάρη 1853 στην Ερμούπολη Σύρου. Τις γυμνασιακές σπουδές του τις τέλειωσε στην Αθήνα. Προοριζόμενος για τον ιερατικό κλάδο αναγκάστηκε να ξενιτευτεί, στα 17 του στο Ταϊγάνι της Ρωσίας, κοντά σ' ένα θείο του σιταρέμπορα για να εντρυφήσει στα μυστικά του ...εμπορίου. Όμως (ευτυχώς) αποδείχτηκεν ακατάλληλος μέσα στο δίμηνο κι επέστρεψεν άρον-άρον στη πρωτεύουσα, που εργάστηκε σαν αντιγραφέας συμβολαίων. Πήρε μέρος και σ' ερασιτεχνικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα φοιτούσε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου.
Συνεργάστηκε με ποικίλα πεζά κι έμμετρα, στα τότε περιοδικά της εποχής: "ΡΑΜΠΑΓΑ", "ΑΣΜΟΔΑΙΟ", "ΑΣΤΥ" & "ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ". Το 1883 εξέδωσε δική του σατιρική εφημερίδα, τον "ΡΩΜΗΟ", που όμως τον σταμάτησε για ένα χρόνο, για να δώσει πτυχιακές εξετάσεις. Η απόρριψη του (επίσης ευτυχώς) απ' αυτές τον έκαμε να εγκαταλείψει οριστικά κάθε βλέψη για πτυχίο και ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη σάτιρα. Ξανάβγαλε τον "ΡΩΜΗΟ" στις 2 Απρίλη 1883 και τον κυκλοφορούσε τακτικά μέχρι λίγο πριν τον θάνατό του, ως τις 17 Νοέμβρη 1918 -36 χρόνια κι 8 μήνες-, και για 1444 συνολικά τεύχη. Έγραψεν επίσης κι εύθυμα μονόπρακτα, που γνώρισαν μεγάλην επιτυχία.
Το 1873 γνώρισε τη Μαρία Κωνσταντινίδου -από τη Πόλη-, την ερωτεύτηκε και παρά τις αντίξοες -αρχικά- συνθήκες τη παντρεύτηκε το 1881. Ζήσανε μια θαυμάσια οικογενειακή κι ευτυχισμένη ζωή, αποκτήσανε 5 παιδιά, πράγμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, -κι όχι άδικα- ιδεώδες. Τύπος δειλός, μελαγχολικός, αφηρημένος, μετριόφρων, μύωψ, αλλά ευφυέστατος και λογιώτατος, άφησε πίσω του πολλά και θαυμάσια "ανέκδοτα". Παροιμιώδεις ήτανε οι καλλιτεχνικές του συγκεντρώσεις, στο σπίτι του, της Οδού Πινακωτών 15 (σημερινή Χαριλάου Τρικούπη) και πολλάκις οι εφημερίδες της τότε εποχής, κάμανε στην άκρη σημαντικά γεγονότα, για να αφιερώσουνε πεντάστηλα, καλύπτοντας τέτοια ...δρώμενα.
Συμπαθέστατος κι εκτιμώμενος απ' όλους προτάθηκε το 1908, για το βραβείο Νόμπελ, με την πρόθυμη πρωτοβουλία και της Βουλής. Το 1911 τιμήθηκε με τον Χρυσούν Σταυρό Του Σωτήρος. Πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919, σ' ηλικία 66 ετών και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού παρακαλώ. Η Πολιτεία τονε βράβευσε μετά θάνατον και με τον Ταξιάρχη Του Σωτήρος. Στον τάφο του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, στήθηκε προτομή του, έργο του γλύπτη Ν. Γεωργαντή κι άλλη μια στήθηκε στην είσοδο του Ζαππείου, έργο του γλύπτη Γ. Δημητριάδη.

Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Οι "Μυρωμένοι Στίχοι" δεν δημοσιεύτηκαν το καιρό του Σουρή, γιά ενόητους λόγους του λεξιλογίου τους. Κυκλοφορούσαν μόνο χειρόγραφα, αντεγραμμένα το ένα από το άλλο. Αργότερα άρχισαν δειλά να εμφανίζονται δημοσιεύματα εδώ κι'εκεί. Αυτο δεν θα πεί πως το ποίημα δεν έχει τη θέση του ανάμεσα στα άλλα αριστουργήματα του Γ. Σουρή.




ΜΥΡΩΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τίποτε δεν απόμεινε στον κόσμο πια για μένα,
όλα βρωμούν τριγύρω μου και φαίνονται χεσμένα.
Όλα σκατά γενήκανε και ο δικός μου κώλος
σκατά εγίνηκε κι αυτός, σκατά ο κόσμος όλος.

Μόνο σκατά φυτρώνουνε στον τόπο αυτό τον άγονο
κι όλοι χεσμένοι είμαστε, σκατάδες στο τετράγωνο.
Μας έρχεται κάθε σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
μα μόλις φύγει βλέπομε πως αποσκατωθήκαμε.

Σκατά βρωμάει τούτος δω, σκατά βρωμά κι εκείνος,
σκατά βρωμάει το σκατό, σκατά βρωμά κι ο κρίνος.
Σκατά κι εγώ, μες στα σκατά, και με χαρτί χεσμένο
ό,τι κι αν γράψω σαν σκατό προβάλλει σκατωμένο.

Σκατά τα πάντα θεωρώ και χωρίς πια να απορώ,
σκατά μασώ, σκατά ρουφώ, σκατά πάω να χέσω,
απ' τα σκατά θα σηκωθώ και στα σκατά θα πέσω.

Όταν πεθάνω χέστε με, τα κόλλυβά μου φάτε
Και πάλι ξαναχέστε με και πάλι ξαναφάτε,
μα απ' τα γέλια τα πολλά κοντεύω ν' αρρωστήσω
και δεν μπορώ να κρατηθώ, μου φεύγουν από πίσω.

Σκατά ο μεν, σκατά ο δε, σκατά ο κόσμος όλος
κι απ' το πολύ το χέσιμο μου πόνεσε ο κώλος!

Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ



Φασουλής φιλόσοφος
(απόσπασμα)



Και τ’ είσαι, άνθρωπε μωρέ, που φλυαρείς εμπρός μου,

αν με τα ζώα τα λοιπά παραβληθείς του κόσμου;

Έχεις την χαίτη λιονταριού και το κεντρί της σφήκας;

Έχεις πτερά του παγωνιού και της στρουθοκαμήλου;

ή του προβάτου το μαλλί, το γάλα της κατσίκας,

τα δόντια του ελέφαντος, το στόμα κροκοδείλου;

Έχεις το χλιμίντρισμα εκείνο της φοράδας;

Έχεις λαγού περπατησιά και κάβουρα ποδάρια,

ή του ξιφία την ουρά, ή καν της σουσουράδας,

ή καν της πείνας το φαγί και τα μαργαριτάρια;

Έχεις αυτιά του γαϊδουριού, της κουκουβάγιας μάτι,

ή της χελώνας το καυκί και τζίτζικα λαρύγγι,

κι οπόταν θέλεις, ημπορείς, βρε άνθρωπε σακάτη,

να βγάλεις από μέσα σου ιπποποτάμου ξύγκι;

Μπορείς να πέσεις στο νερό από ψηλά σαν γλάρος

και το μακρύ το ράμφος σου μαρίδες να ρουφήσει;

Μπορείς και συ ν’αλατισθείς καθώς ο μπακαλιάρος

κι από τ’ αλάτι το πολύ να γίνεις στοκοφίσι;

Μπορείς σκουλήκι εν ταυτώ και πεταλούδα νάσαι

κι από το σάπιο σου να βγει μεταξωτή λουρίδα,

ή, όπερ σπουδαιότερον, μπορεί ν’ αποκοιμάσαι

μ’ ένα ποδάρι κρεμαστός, καθώς την νυκτερίδα;

Μπορείς να ζεις χωρίς βρακιά, παπούτσια και φωκόλα,

ή τρία καν πηδήματα να κάνεις σαν ζαρκάδι;

Μπορεί από τα σπλάχνα σου να έβγει καμμιά κόλλα,

χαβιάρι, αυγοτάραχο, ή της μουρούνας λάδι;

Μπορεί από το δέρμα σου να δούμε μια διφθέρα,

σαμούρια, γούνες, στρώματα, παπλώματα, καπότες;

Μπορείς καθώς τον κόκορα μονάχα σε μια μέρα

να χωρατεύεις μ’ εκατό τριάντα πέντε κότες;

Μπορείς και συ να χώνεσαι στις τρύπες σαν ποντίκι;

ή να πετάς σαν κότσυφας, σαν σπίνος, σαν ορτύκι;

Μπορείς ποτέ τα όσα τρως, βρε άνθρωπε τεμπέλη,

να τα μασσάς σαν μέλισσα και να τα βγάζεις μέλι;

Ου! να χαθείς, κηφηναριό… στων μελισσών το σμήνος

εσύ ζηλεύεις μοναχά την θέσιν του κηφήνος,

και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγεις στην κυψέλην,

οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.

Με όλην την σοφίαν σου, την τόσον πνευματώδη,

δεν ημπορείς στα σύννεφα και μια φωλιά να κτίσεις,

μηδέ να βγάλεις κέρατα σαν τράγος ή σαν βόδι,

και μοναχά ως σύζυγος μπορεί να τ’ αποκτήσεις.

Ό,τι μικρόν και αφανές η πτέρνα σου πατεί

γελά με τα καμώματα της λογικής αγέλης,

κι αν πεις, κι εις ένα μύρμηγκα στον κόσμο τι ζητεί;

Θα σ’ απαντήσει αυθαδώς: “αμμέ και συ τι θέλεις;”

Ένα κουνούπι ζωηρό εκάθισε μια μέρα

σ’ ενός βοδιού το κέρατο κι εσφύριζ’ εκεί πέρα,

κι είπε το βόδι με ψυχρόν Εγγλέζου χαρακτήρα:

“Και όταν ήλθες κι έφυγες χαμπάρι δεν σ’ επήρα”.

Αν ημπορείς, βρε άνθρωπε, πες του και συ αυτά,

όταν στ’ αυτιά σου νηστικό σφυρίζοντας πετά.

Με σφύριγμα και δάγκωμα κακά σε ξημερώνει,

αν δεν σκεφτείς δελτάριον ν’ ανάψεις Ζαμπιρόνη.(1)

Βλέπεις αυτόν τον μπούρμπουλα, τον αφανή στο χώμα,

που με τα πόδια του κυλά την μια και άλλη βρώμα;

Μεγάλης έτυχε ποτέ στην Αίγυπτον λατρείας

ως του Ηλίου σύμβολον, δυνάμεως κι ανδρείας.

Και ύστερα κορδώνεσαι και θεωρείς ως δώρον

και το μυαλό της κεφαλής και το μυαλό της ράχης,

συ, του Δαρβίνου η μαϊμού, συ, δίπουν μαστοφόρον,

συ, άνθρωπε θαυμάσιε, που κακό ψόφο νάχεις.


----------------------------------------------------

(1) Δελτάριο Ζαμπιρόνη: Αντικουνουπιακό σε χρήση τον καιρό του
Σουρή.
Σ.τ.Διογένη

Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Στον ίσκιο μου

Βρε ίσκιε μου γιατί μ΄ ακολουθείς;
Δε μ άφήνεις μόνο μου να τρέχω;
Βρε ίσκιε μου, δε πας να μου χαθείς,
πρέπει κι΄ εσένα σύντροφο να έχω;

Πότε στραβά σε βλέπω πότε ίσο,
πότε μακρύ σα σούβλα, πότε νάνο,
τη μιά πηγαίνεις μπρός, την άλλη πίσω
σε απαντώ εδώ, εκεί σε χάνω.

Χωρίς να βλέπεις, πιάνεις ότι πιάνω,
με οδηγείς αλλά και σε οδηγώ.
Και τέλος πάντων κάνεις ότι κάνω
και εισαι άλλος, δεύτερος, εγώ.

Βρε ίσκιε μου, γιατί με ακολουθείς;
Βρε ίσκιε μου δε πας να μου χαθείς...
Σε απαντώ στο σπίτι και στο δρόμο
και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο.



Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Ο Ρωμηός

Στον καφενέ από έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ηλίου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μία καρέκλα τονα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
Αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός ! τί φύσις !
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι με αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ιδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Ελληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
εχύθη ο καφές μου , τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Στον καφετζή ξεσπάω... φωτιά κι εκείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος... δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.



Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Ο παιχνιδιάρης

Μου έλεγε ο πατέρας μου
πως σαν γενω μεγάλος,
όλα μου τα παιχνίδια
θα ρίξω στα σκουπίδια
και θάμαι τότε άλλος.

Εγώ δέν το πιστεύω
πως θε να μεγαλώσω,
μα και παππούς αν γίνω
ποτές δεν θα τα αφήνω
κι ανν με όλους πιά μαλώσω.

Εμπρός, λοιπόν παιχνίδια,
στά όλα! σας φωνάζω...
από τα κουτιά σας βγείτε
και στη γραμμή σταθείτε,
εγώ σας το προστάζω.

Σεις είστε κι η χαρά μου
κι η μοναχή μου έγνοια.
Αχ! πως σας καμαρώνω!
Με σας θα μεγαλώνω,
με σας θα βγάνω γένια.

Μα κι ο μπαμπάς σάν βλέπει
πως έχω και μουστάκια
και παίζω κι ολοένα,
τότε κι αύτός μαζί μου
θα αρχίσει παιχνιδάκια.


Απ: Ο ΣΑΤΥΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ



Η ζωγραφιά μου

Μπόι δυό πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκει.

Κούτελο θειο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυό μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Μακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Χριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ αϋτά.

Μούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σαν πεθαμένη.

Κανένα χρώμα
δεν της ταιριάζει
και τώρα ακόμα
βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
γιά μαστραπάδες.

Zen Me Pilates Equipment Studio, χώρος εναλλακτικής άσκησης και χαλάρωσης στο Κολωνάκι Γιόγκα Πιλάτες

Το Zen Me είναι ένας νέος χώρος εναλλακτικής άσκησης και χαλάρωσης στο κέντρο της Αθήνας στο Κολωνάκι